Ανθρωπιστική Κρίση για τα Χελιδόνια στην Ελλάδα
Εκατοντάδες χελιδόνια έχουν παρατηρηθεί να κάθονται εξαιρετικά εξαντλημένα σε δρόμους σε πολλές περιοχές της χώρας μας, με πολλά από αυτά δυστυχώς να καταλήγουν χωρίς ζωή. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον και ανησυχία στο κοινό, με ορισμένες θεωρίες συνωμοσίας να κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Ωστόσο, η πραγματικότητα πίσω από την αυξημένη θνησιμότητα αυτών των πουλιών είναι απλή και κατανοητή.
Τα χελιδόνια, ως μεταναστευτικά πουλιά, ταξιδεύουν χιλιάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν στην Ελλάδα αυτή την εποχή του χρόνου. Έχοντας περάσει από ένα εξαντλητικό εναέριο ταξίδι, η ανάγκη τους για τροφή και ζεστασιά είναι άμεση και επιτακτική. Δυστυχώς, φέτος η τύχη τους δεν ήταν με το μέρος τους. Με την άφιξή τους, στα τέλη Μαρτίου και αρχές Απριλίου, τις συνάντησαν ακραίες καιρικές συνθήκες, περιλαμβάνοντας κρύο και βροχερές ημέρες.
Οι παρατεταμένες συνθήκες ψύχους, συννεφιάς και υγρασίας, σε συνδυασμό με ισχυρούς ανέμους, έχουν θέσει τα χελιδόνια σε κίνδυνο. Πολλά από αυτά δεν άντεξαν τις μονοψήφιες θερμοκρασίες και υπέκυψαν. Όσοι επιβίωσαν, αν και πιο ανθεκτικοί, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αδυναμία τους να βρουν τροφή. Όταν οι καιρικές συνθήκες είναι τόσο δύσκολες, όπως στις 9 μποφόρ με καταρρακτώδη βροχή, τα έντομα που αποτελούν την τροφή τους γίνονται εκ των πραγμάτων δυσεύρετα.
Ως εκ τούτου, τα χελιδόνια επαναστάτησαν, καταφεύγοντας σε ασφαλέστερες τοποθεσίες. Αναζητώντας ζεστασιά, βρέθηκαν να κάθονται στην άσφαλτο, προσπαθώντας να επιβιώσουν από τις ψυχρές ριπές του βοριά. Ευτυχώς, οι καιρικές συνθήκες φαίνεται να αλλάζουν και από σήμερα το μαρτύριο τους αναμένεται να τελειώσει, με θετικότερες προοπτικές και για τα χελιδόνια που σταδιακά επιστρέφουν στη νότια χώρα.
Ανάλογες καταστάσεις είχαν παρατηρηθεί και στο παρελθόν, όπως τον Απρίλιο του 2003, όταν όχι μόνο τα χελιδόνια, αλλά δεκάδες άλλα ζώα υπήρξαν θύματα του σφοδρού ψύχους. Αυτές οι παλιές περιπτώσεις μας υπενθυμίζουν την επιρροή που έχει το κλίμα στη ζωή των μεταναστευτικών πτηνών και την ανάγκη για ευαισθησία προς τη φύση, ιδίως σε περιόδους κλιματικών αλλαγών.